Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

Ένας γάιδαρος τραγουδιστής

 

Ο γάιδαρος ο Σίμος

Ο γάιδαρος ο Σίμος, κάνει τον τραγουδιστή
μαααα…, όπως ξέρουμε όλοι
η φύση στους γαϊδάρους δεν έδωσε ωραία φωνή
υπομονή τους έδωσε και αυτιά πολύ μεγάλα
χαρίσματα μεταξύ τους ταιριαστά,
αν δούμε τα μεγάλα αφτιά, αποκλειστικά για τους ανθρώπους,
μεταφορικά.
Μα των γαϊδάρων τα αφτιά που ‘ναι πολύ μεγάλα
βλέποντας το πράγμα μόνο κυριολεκτικά
τους δίνουν χάρη ,ομορφιά, πιστεύω τους ταιριάζουν.
Αν για ν’ ακούν το πιο πολύ παρά για να μιλάνε
εδώ, το μεταφορικά και τους γαϊδάρους αφορά.
Κι αν κάποιοι σαν το Σίμο θέλουν να τραγουδάνε
αρχίζουν τα προβλήματα
όλοι όσοι είναι γύρω τους, αρχίζουν νααα... « κλωτσάνε».

Τα γεγονότα άρχισαν αυτό  το Καλοκαίρι
που ο Σίμος κάτω απ’ τη μουριά
 τ’απομεσήμερα συχνά
γκαρίζει αλλά με ρυθμό.
Σέρνει απ’ τα γκαρ το αααα πολύ.
Τις χαμηλές συχνότητες μπορεί να μην τις πιάνει
στις δυνατές; Περίφημος
ο πιο σπουδαίος βαρύτονος
πιστεύω δεν τον φτάνει.
Στις γκάρες του κάποιες φορές
σαν το παρατραβάει
νιαουρίσματα, γαβγίσματα
γρυλίσματα, μουγκρίσματα
ως και τα κελαηδίσματα
γρήγορα σταματούν.
Ταράζονται; Φοβούνται;
ή έτσι θέλουν κι αντιδρούν
πετούμενα και ζωντανά 
για να τον απολαύσουν;
Το έργο της φύσης δάσκαλος
το ζήσαμε, το ζούμε
η όπερα το μαρτυρά
περίτρανα νομίζω.
Η χορωδία δεν σταματά
μήπως να πάρει και σειρά
ο ένας, ο μοναδικός
που μεγαλεία φωνητικά
πρέπει να φανερώσει;

Πάντως όσοι το Σίμο ακούν, λένε πως τραγουδάει
μααα... το παρατραβάει.
Μήπως την ώρα ν' άλλαζε πριν πιάσει το τραγούδι;
Μήπως τον τόνο ν' άλλαζε; Κάτι σε αυτόν, χαλάει.
Τ’ αφεντικά του, οι γείτονες
κότες, γουρούνια, σκύλοι
όλοι τους, με τον τρόπο τους γέλασαν στην αρχή
για λίγο ασχολήθηκαν με τον τραγουδιστή.
Όμως η πλάκα τέλειωσε
όλοι ζώα και άνθρωποι
άρχισαν τα παράπονα.
Χαλάει ο Σίμος τη βολή τους. Την καλοπέρασή τους.
Είναι που το τραγούδι του άσχημα τους ξυπνάει
κι ο ύπνος έτσι αν κόβεται πίσω πια δεν γυρνάει.
Κλείνουν πορτοπαράθυρα
τ’ αφεντικά, οι γειτόνοι
κι όλα τα ζώα στην αυλή
όσο μπορούν πιο μακριά
αποτραβιούνται απ’ τη μουριά.
Ο Σίμος συνεχίζει. Ενοχλεί.
Το Καλοκαίρι η δύση αργεί
είναι τ’ απομεσήμερο μακρύ.
Αφού το ξέρει, έχει φωνή
που δεν είναι για πολύ
γιατί επιμένει άραγε; Γιατί;
Νάτο . Το πείσμα του γαϊδάρου
απ’ τη μεριά του την κακή
στην περίπτωση αυτή.

Χαρά μεγάλη ο Σίμος ζει ή λύπη τον βαραίνει
κι έγινε τόσο αδιάφορος για όλους τους άλλους γύρω;
Αυτό που έχει μέσα του, μεγάλο γίνεται ή μικρό
μπορεί με το τραγούδι.

Κυλάνε οι μέρες….
Σε όλα ο Σίμος μαχητής
δεν άλλαξε στη δούλεψη
σε προθυμία, υπομονή
όπως το λέει η φύση του
όπως το λέει η σεριά του.
Όμως τ’ απομεσήμερα πάλι τραγουδιστής
ξανά- μανά τα ίδια.
Οι άνθρωποι αναλογίζονται
λένε πως το τραγούδι του κάτι σπουδαίο έχει να πει
ξέσπασμα είναι μάλλον.
Κι αλλάζουνε οι άνθρωποι.
Τέρμα και  τα παράπονα μετά την κοροϊδία.
Το νιώθουν καλακούγοντας  κυλώντας ο καιρός
πως το τραγούδι βγάζει
μια στεναχώρια, πόνο.
Έτσι ήταν από την αρχή, μ’ άργησαν να το δούνε.
Αμέσως τ’ αποφάσισαν, να ψάξουν την αιτία
Ειν’ άρρωστος; Κάπου πονά; Κτηνίατρος τον είδε;
Οι γείτονες επίμονοι. Ρωτούν.
Τ’ αφεντικά του Σίμου όπου μπορούν
τις απαντήσεις δίνουν
αλλά καμία απάντηση δεν είναι αρκετή.
«Χαίρει άκρας υγείας» ο κτηνίατρος  είχε πει
τον Απρίλιο που τον γάιδαρο είχε δει.
Όλοι γυρίζουν στο γιατί απ’ την αρχή….

‘Ωσπου … έρχεται ένα βράδυ
ένα μαντάτο που έφερε στο κτήμα ο δραγάτης.
-« Στο Δίλοφο ο μπαρμπα- Λιώλης έχασε τη γαϊδουρίτσα του
από τσίμπημα οχιάς»
- « Την Κίτσα; Πότε;» ρώτησαν μ’ ένα στόμα του Σίμου τα  αφεντικά  
-« Πάει κοντά ένας μήνας» είπε ο Δραγάτης .
Στιγμή δεν πέρασε .Τρεχάλα βγήκε απ’ την κουζίνα ο Θανάσης
πήγε στο στάβλο, στο Σίμο του
να τον χαϊδέψει, να του μιλήσει, να τον συμπονέσει.




 
 


Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2025

Στη Βιβλιοθήκη στον Πειραιά

 Βλέπω- Ακούω- Δημιουργώ....
Από το κάπα το μικρό ως το Κάπα το μεγάλο
    και από το Κάπα το μεγάλο  ως το κάπα το μικρό.

Το Κάπα το μεγάλο 
με το κάπα το μικρό
μέσα στο μυαλό μου
μέσα στην καρδιά μου
στήσανε χορό
κι όλο μπερδευόντουσαν
όμως με ρυθμό
με χορευτικές φιγούρες
αυτό θέλω να πω.
Και 'γω...
πώς να σας το πω;
Σα να ΄γινα όλος ένας κύκλος
το σώμα μου ήταν αυτό
που μέσα του χορεύαν
η καρδιά και το μυαλό.

Πού; Πότε έγινε αυτό;
Στην εκδήλωση που πήγα
για μεγάλους και παιδιά
το Σάββατο το απόγευμα
με τον παππού Θωμά.
Ήταν σε μία ωραία βιβλιοθήκη
που δεν είχα ξαναπάει άλλη φορά.

Η ζωγραφιά που έφτιαξα εκεί
στα γρήγορα σα να 'μουν μηχανή
δίχως άσπρο χαρτί, μολύβι και μπογιές
μ' έκανε πραγματικό ζωγράφο
δεν λέω υπερβολές.
Όταν τελείωσα το σκέφτηκα αυτό.
Θυμήθηκα που μας έδειξε στο σχολείο η κυρία
έργα σπουδαίων ζωγράφων μόνο με γραμμές.
Οι γραμμές, μας είχε πει έδειχναν κάτι
σκέψεις, αισθήματα,τα θέλω, τις ιδέες  τους
για ό,τι γινόταν έξω από αυτούς αλλά και μέσα τους.
Έτσι, αισθάνθηκα και 'γω.
Όχι, σπουδαίος ζωγράφος δεν μπορώ να πω
αλλά πραγματικός
και μπορεί κάποιος να με πει εγωϊστή
- ναι, την αδερφή μου τη Φωφώ εννοώ-
αλλά
εγώ με του παππού μου το στυλό
σε λίγο χώρο αδειανό
που περίσσευε από ένα φυλλάδιο 
για την εκδήλωση ενημερωτικό
μέσα σε κύκλο χώρεσα πάρα πολλά
κάπα Μεγάλα και μικρά.
Έγινε μία ζωγραφιά
από το μικρό που γίνονταν μεγάλο
από το μεγάλο που γίνονταν μικρό
όλη η ιστορία του κάπα με γραμμές.

Για χάρακα; Θα απορείτε.
Πώς μου ήρθε; Πώς τον βρήκα;
Αυτόματα. Φλασιά.
Αστραπή μεσ το μυαλό.
Ένας σκληρός σελιδοδείκτης
έγινε ο χάρακάς μου.
Αυτός με ένα άνοιγμα- κόλπο κατασκευαστικό
ενώνονταν με το φυλλάδιο το ενημερωτικό.
Έτσι, τα κάπα όλα βγήκαν
δίχως καμπύλες και τρεμμάμενες γραμμές.

Η ιστορία του κάπα
από τον Ευγένιο Τριβιζά
σα μαγνήτης με τραβούσε σιγά- σιγά
τυχαίες δεν ήταν οι χαρακιές
στυλό, χάρακας και χέρι 
από τις λέξεις παίρναν εντολές.
Καιαιαι... 'κείνο το σοκολατάκι χρυσό πυραμιδάκι 
που μας πρόσφερε κάθε λίγο και λιγάκι
ας ήταν μόνο στην οθόνη
-δεν ξέρω οι άλλοι αλλά εγώ-
στο στόμα μου το ένιωθα να λιώνει.

Όλοι οι βιβλιοφάγοι στη μεγάλη αίθουσα
νομίζω ευχαριστήθηκαν πολύ.
Χειροκροτήματα και ησυχία
σε σειρά, σε αρμονία. 
Ναι. Οι ιστορίες ήταν η αιτία.
Η καθεμία ξεχωριστή
μας ταξίδεψε όπου ήθελε αυτή
ας είμαστε όλοι ακούνητοι εκεί.

Πλησίαζε το τέλος της εκδήλωσης.
Η κυρία που μας καλωσόρισε στην αρχή
που εξηγούσε μετά ποιος και τι θα πει
στο τέλος μας ευχαρίστησε όλους.
Τον διοργανωτή της εκδήλωσης, τους συγγραφείς και το κοινό.
Εγώ ακόμα τραβούσα γραμμές.
Δεν ήταν αγένεια. Όχι.
Δεν ενοχλούσα.
Εγώ δεν κρατιόμουν.
Δημιουργούσα.
Μέχρι να φύγουν οι πιο πολλοί
Καθυστερούσα.
Βγαίνοντας από την αίθουσα με τον παππού
σχεδόν τελευταίοι
...τι έκπληξη!
Μία κυρία πρόσφερε σοκολατάκι
μόνο στα παιδιά.
Ναι. Το χρυσό πυραμιδάκι του Τριβιζά
πέταξε από την Αγγλία
γλύκανε κάποια παιδιά του Πειραιά.