και...τίγρης άμα χρειαστεί
Πολλές μαζεύτηκαν οι μέρες
που είμαστε στο σπίτι κλεισμένες
καιαιαι... μη φαντάζεστε πως φταίει η βροχή
ναι, βρέχει κάθε απόγευμα αλλά δεν κρατάει πολύ.
Εμείς δεν βγαίνουμε γιατί η κυρία μου
όταν γυρίζει από τη δουλειά και ακόμα βρέχει
πηγαίνει να κοιμηθεί
αλλά αργεί να σηκωθεί.
Μετά έχει πάρει να νυχτώνει
και βαριέται να βγει.
Τι να πω; Εγώ,
που δεν είμαι τέρμα κοινωνική
πεθύμησα πλατεία, πεθύμησα παρέα
αλλά ο ύπνος χρειάζεται όπως το φαγητό
και εμπόδιο στης κυρίας μου τον ύπνο
ποτέ δεν μπήκα, ούτε θα μπω.
Τα απογεύματα. ετούτα τα συνεχόμενα, τα βροχερά
όταν γυρίζει η Μαριέτα μου από τη δουλειά
όλο τα ίδια λόγια ακούω:
"Απενεργοποιώ κινητό και σταθερό
βάζω στο πιάτο σου φαγητό
Κάθυ μου.., πάω να κοιμηθώ.
Τραγουδάει έξω το νερό.
Ξέρω, με καταλαβαίνεις.
Η βροχή είναι για μένα, το καλύτερο υπνωτικό".
Αααα...τα ίδια και σήμερα.
Θα φάω και πάω στο καλάθι μου
σα να νυστάζω κι εγώ.
Με τούτο τον παλιοκαιρό
δεν βλέπω να ξυπνάει η κυρία μου
και ας ήταν να πάμε στον ορθοπεδικό.
Είχε κλείσει ραντεβού για τις 8.
Θα ακύρωσε από τη δουλειά
θα κανόνισε άλλη μέρα
ανάλογα με του καιρού τα προγνωστικά.
Η κυρία μου τα ψάχνει αυτά.
Θα δούμε. Πότε επιτέλους θα βγω;
Πάντως, άκουσα χθες από το τηλέφωνο νέα ευχάριστα.
Περιμένουμε επισκέψεις την Κυριακή
θα έχουμε παρέα καταπληκτική.
Θα έρθει η θεία μου η Λίλη με τη Νινέτα
θα πάμε όλοι μαζί στου Λευτέρη για μεσημεριανό
και άμα βρέχει
κάνει και delivery ο Λευτέρης.
Θα μας φέρει ό,τι θέλουμε από ψαρικό.
Όλο σκοτεινιάζει.Στο σαλόνι χουζουρεύω μέσα στο καλάθι μου
και ο ύπνος δεν άργησε.
Ήρθε και μου έφερε όνειρο καλοκαιρινό.
-Βράδυ, ο ουρανός είναι στα μπλε
το φεγγάρι φλούδα από πεπόνι Αργίτικο, πορτοκαλί
τ' αστέρια λουλουδάκια χρυσά, ασημιά
και 'γω...
επάνω σε σκεπή κεραμιδοστρωμμένη
ακούω λόγια όμορφα από τον Ευρυσθ....-
Γκραααανγκ
Τι έγινε; Πετάχτηκα
έτρεξα στη Μαριέτα μου. Είναι καλά. Είμαι στην αγκαλιά της.
Βλέπει με μισόκλειστη την πόρτα στο σαλόνι.
Μου λέει: " κάποιος έσπασε το τζάμι. Τσιμουδιά".
Δεν ακούω τίποτα, δεν βλέπω.
Κλέφτης είναι σκέφτομαι. Κινδυνεύουμε.
Δεν πρόλαβε να κλειδώσει το δωμάτιο η Μαριέτα μου
για να προστατευτούμε,
τινάχτηκα. Πήδηξα στο σαλόνι.
Τον βλέπω. Να 'τος. Με κουκούλα.Με μαύρα ρούχα.
Ορμάω. Με νύχια, με δόντια, με στριγκλιές
αυτός ουρλιάζει από εμένα πιο δυνατά
κάνει να με αρπάξει, να με ξεγαντζώσει.
Πρόλαβα. Του κόβω κι άλλη δαγκωνιά.
Ούρλιαξε πιο δυνατά και...
όπου φύγει- φύγει, ανάμεσα από τα σπασμένα γυαλιά, τα κοφτερά.
Νίκησα. Έφυγε ο κλέφτης πληγωμένος.
Δεν θα πλησιάσει το σπίτι μας ξανά.
Με το νιάου το ήσυχο, στην κυρία μου το γνωστό,
της λέω έλα στο σαλόνι.
"Κάθυ, γενναία μου γατούλα!
πως γίνεσαι και τίγρης άμα χρειαστεί
αυτά, αυτά δεν μου τα έχεις πει", μου λέει η Μαριέτα μου
και 'γω
με ένα άλλο νιάουουου είπα ναι, σωστά τα λες.
Αφού αγαπιόμαστε, καταλαβαινόμαστε
λόγια γατίσια και λόγια ανθρώπινα για μας
δεν έχουν διαφορές.
Μεσημέρι. Κυριακή.
Ο Οκτώβρης μας φύλαγε μέρα ζεστή. Μέρα φωτεινή.
Είμαστε στην ταβέρνα του Λευτέρη.
Μαχαιροπήρουνα, πιάτα, ποτήρια
όλα όργανα μουσικά που παίζουν με τα γέλια και με τις κουβέντες.
Είναι σα να έχουμε γιορτή στην αυλή.
Εγώ και η θεία Λίλη τρώμε ψαράκια τηγανητά.
Έχουμε παρέα και άλλα δύο γατιά.
Πίσω από τις δύο μεγάλες γλάστρες δεν ενοχλούμε και δεν μας ενοχλούν.
Ακούω τη Μαριέτα μου που λέει στη φιλενάδα της:
"Κοίτα τες Νινέτα, τρώνε και τα λένε
θεία και ανεψιά
είχατε καιρό να 'ρθείτε
να έρχεστε πιο συχνά."
ΤΕΛΟΣ