Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017


 Τα καφετιά, τα κίτρινα και τα πορτοκαλί...

Από ένα χρωματολόγιο πολύ ευρύ
από αυτά που προτείνουν στα χρωματοπωλεία οι οδηγοί
και 'μεις τα χάνουμε, γιατί τόσες αποχρώσεις ούτε που τις είχαμε φανταστεί 
νααααα.... έκοψε κάποια φύλλα η μικρή;
Τα καφετιά, τα κίτρινα και τα πορτοκαλί
ένα μεγάλο σκέπασμα, ένα κουβερλί
όλα τα φύλλα του Φθινόπωρου εκεί
κι αυτή, η μικρή,
μία μαγισούλα που τ' ανακάτεψε στου μυαλού της το τσουκάλι
τις κρύες νύχτες που θα 'ρθουν,γύρεψε να ζεστάνει....
Για τα ξερά φυλλώματα του ήλιου κατορθώματα
με πρόνοια, με ομορφιά τη γη σκεπάζουν
τα καφετιά , τα κίτρινα και τα πορτοκαλί
κι εμένα το Φθινόπωρο νιώθω να μ' αγκαλιάζουν.

Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

Η φράση : Μια φορά κι έναν καιρό...

 Η φράση : Μια φορά κι έναν καιρό...
Δίνει το άχρονο.
Αφήνει τον ακροατή- αναγνώστη να ταξιδέψει στο πριν, αλλά και στο μετά αλλά και στο τώρα.
Εστω και αν το παραμύθι δίνει στοιχεία εξελισσόμενο σε τόπο συγκεκριμένο( δάσος φοινικόδεντρων ας πούμε σε μία χώρα ζεστή, σε μία παλιά εποχή που
οι μαϊμούδες με τους ανθρώπους είχαν σχέση πιο στενή),
ο ακροατής ή αναγνώστης ενός παραμυθιού, συγκρίνει και κάνει συνειρμούς.
Συνδέει αυτά που στην καθημερινότητα προσλαμβάνει με όλες τις αισθήσεις του, με το παραμύθι που ακούει ή διαβάζει.
Είναι σα να ζει παράλληλα σε διαφορετικούς κόσμους.
Ο τρίτος κόσμος που με την φαντασία φτιάχνει συνδέοντας τα του παραμυθιού με τα της πραγματικότητας που βίωσε και βιώνει, είναι
η δική του δημιουργία. Είναι η ενεργοποίηση της φαντασίας και η χαρά του ταξιδιού του μυαλού.
Είναι ο τόπος ο μυστικός, ο αφανέρωτος, ο τόπος που αν κληθεί το παιδί να
αποτυπώσει ( μέσα από ζωγραφική ή κείμενο ή κατασκευή ,το παραμύθι σε επίπεδο σχολικής εργασίας), μέρος αυτού του τόπου πάλι θα καταλάβουμε εμείς οι κατά καιρούς κριτές ως άλλοι.
Αυτός, ο ακροατής-ή αναγνώστης ξέρει τι πήρε, ή μάλλον αισθάνεται, χωρίς να ξέρει με την έννοια της επίγνωσης της γνώσης ενός πράγματος.
Το μια φορά κι έναν καιρό
είναι όχημα φράση. Είναι κουμπί
Είναι εισαγωγή 
που μας καλούσε και εξακολουθεί να καλεί γενιές και γενιές μικρών και μεγάλων να εξομοιώσουν μπερδεύοντάς τα, το πριν, το τώρα και το μετά.


Μία φορά κι έναν καιρό
σε ένα δάσος φοινικόδεντρων σε ένα τόπο ζεστό
μαϊμούδες μαζεύονταν ένα σωρό
και έκαναν τα γνωστά τους, ακροβατικά και φασαρία
τη μέρα που τελείωναν τα σχολεία.
Όλοι οι μεγάλοι, δάσκαλοι, γονείς, μαγαζάτορες εκεί στην περιοχή
το είδαν μία, το είδαν δύο, το είδαν τρεις
και έπειτα το περίμεναν,έλεγαν θα συνεχιστεί
αυτή η επανάληψη για τρεις χρονιές και μάλιστα όχι την ίδια ημερομηνία
έδειξε ότι οι μαϊμούδες ήξεραν κάποιες μέρες πριν πότε ακριβώς κλείνουν τα σχολεία.

Πραγματικά, συνεχίστηκε αυτή η γιορτή.
Κάθε φορά τη μέρα που τελείωναν τα σχολεία
αποφάσισαν  όλοι οι μεγάλοι
να μεγαλώσει η γιορτή.
Να συμμετέχουν τα παιδιά και αυτοί.
Πόσα τραπέζια γεμάτα  φρούτα και φαγιά!
Χόρευαν κάτω από τα φοινικόδεντρα νέοι, γέροι, παιδιά
και οι μαϊμούδες από τα ψηλά
κατέβαιναν για λίγο στα κλεφτά
και όλο στο τραπέζι πήγαιναν που ήταν τα τυριά.

Ποτέ κανείς δεν έμαθε πώς μάθαιναν οι μαϊμούδες πότε κλείναν τα σχολεία
μα αυτό είναι νομίζω τελικά η μαγεία!

Εγώ,
μία μαμά ,
αυτή την ιστορία την άκουσα πρώτη φορά
από τη γιαγιά της συμμαθήτριάς μου της Φελά
από όταν είμαστε μικρά.

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Σημείωση: { Με τον πανζουρλισμό στην αυλή από την είσοδο της χελιδόνας,να φανεί ότι κότες και κόκορας τσιμπούσαν τα ζώα.Πρέπει απαραίτητα να τσιμπήσει ο κόκορας την Μπουμπού.}

2
ο μέρος θεατρικού: Από την αυλή...περαστικές

{
Είσοδος στην σκηνή των δύο γουρουνιών .Κάθονται δίπλα από ένα κάρο παράμερα κάπως
Στη σκηνή σκάφες, αγροτικά εργαλεία,παλιές ρόδες, πεταμένα ξύλα.Πούπουλα από κότες και πουλιά στον αέρα και ένα είδος σκόνης, όλα ορατά στους θεατές}
Ρούκης: Πονάει όλο το σώμα μου Μπουμπού
μες την τρομάρα όλων , μέσα στις φωνές
οι κότες έγιναν και επιθετικές.
Μπουμπού: Τα ίδια έπαθα Ρούκη μου κι εγώ.
Μα απ' όλα τα τσιμπήματα επάνω στο κορμί μου
το τσίμπημα του κόκορα έχει πόνο φριχτό
βαθιά μέχρι το κόκκαλο έφτασε θαρρώ.
Ρούκης: Τι 'ταν αυτό το ξαφνικό;
Μεσημεριάτικα; Μέσα στο λιοπύρι;
Έτσι που φώναζε και πέταγε η χελιδόνα
......................είπα σεισμός θα γίνει.
Μπουμπού: Εγώ πιο πολύ τρόμαξα απ' του γάιδαρου τις γκάρες
......................................
και από τα κακαρίσματα.
Ύπνο γλυκό μου έκοψαν, πετάχτηκα μεμιάς
και άρχισα να τρέχω. Μπερδεύτηκα με σας.
Ρούκης: Έγινε αυτό το ξαφνικό κακό
και κατάλαβα κι εγώ
κάτι που είχε πει η γιαγιά η Παγώνα.
Τότε δεν το είχα πιστέψει
μάλιστα το είχα κοροϊδέψει.
Μπουμπού: Ποιο είναι αυτό το κάτι;
δεν μου το έχεις πει.
Ρούκης: Τώρα το έμαθες, γιατί εσύ το έπαθες.
Για την αλήθεια του πώς να αμφιβάλλεις;
Θα πεις για άλλη μια φορά
Οι άνθρωποι ξέρουν πιο πολλά γκμ
από όλα τα ζώα και από τα φυτά γκμ
γι αυτό είναι στη γη αφεντικάγκμ.. γκμ... γκμ
Μπουμπού: Ωωωωχ..ωωωχ! ..να 'χε λάσπη
λάσπη πολλή, όπως το Χειμώνα στην αυλή!
Τώρα θα κυλιόμουν. Οι πόνοι θα 'χανε χαθεί.
Ρούκης: Ναι!! ναι!.. η λάσπη είναι θαυματουργή!
Μπουμπού: Πες μου όμως Ρούκη, τι έμαθα; Μ' έχεις μπερδέψει
γιατί αυτό που έπαθα, το αισθάνομαι, πονώ.
Απ' τη μεριά ετούτη δεν μπορώ να κουνηθώ.
Ρούκης: Για το τσίμπημα του κόκορα είχε πει Μπουμπού η γιαγιά η Παγώνα
Ήταν αυστηρή,. Έδινε συμβουλές στην αυλή μία μέρα στη Ραμόνα.
Της έλεγε μακριάά,... μακριά μικρή μου από το κοτέτσι
γιατί αλίμονό μας ο κόκορας αν αγριέψει.
Θα σου χυμήξει, το ράμφος του είν' ατσάλι
οι πόνοι από του κόκορα το τσίμπημα είναι οι πιο μεγάλοι.
Μπουμπού: Αααα!!!!... το ήξερε η γιαγιά!
Κι εγώ, καλά λες. Έπαθα κι έμαθα με τη μια.
Ρούκης: Ενώ, εγώ που το 'χα ακούσει μοναχά
δεν πίστεψα, κορόϊδεψα
βλακείες νόμισα έλεγε, οι φόβοι των μεγάλων, συμβουλές
για να μην πάει η μικρή και λερωθεί στις κουτσουλιές.
Μπουμπού: Κι όμως! Οι συμβουλές ήταν σωστές!
Οι άνθρωποι ξέρουν πιο πολλά γκμ
από όλα τα ζώα και από τα φυτά γκμ
γι αυτό είναι στη γη αφεντικάγκμ ...γκμ.. γκμ...

{
Είσοδος της γιαγιάς με λάστιχο στη σκηνή.Πετάει για να δροσίσει , νερό παντού.Μετά από 2 λεπτά( μουσική και πότισμα), εμφανίζονται από το άλλο μέρος όπου στέκονται τα γουρούνια, πάλι οι χελώνες. Κρύβονται πίσω από ένα κομμάτι τσίγκο.}
Ανεμώνα: Είχες δίκιο Ραμόνα. Νερό.
Ραμόνα: Μύρισα το νοτισμένο χώμα,τα φύλλα τα ξερά
μονάχα το νερό θα έστελνε τις μυρωδιές μέχρι τον αμπελώνα
η μύτη μου είναι εξασκημένη σε αυτά, κοντά έναν αιώνα!
Μπουμπού:Κοίτα..., κοίτα Ρούκη, η Παγώνα. Η γιαγιά
δεν ποτίζει μόνο γλάστρες , ρίχνει πολλά νερά.
Θα δροσιστούμε, θ' ανασάνουμε αέρα καθαρό
παντού σκόνη, πούπουλα απ' τα φτερωτά
πο! πο!!!... μη μας βρουν κι άλλα κακά.
Ρούκης: Τι κακά;
Μπουμπού: Προβλήματα Ρούκη, προβλήματα αναπνευστικά.
Κι άντε ξανά- μανά γκάρες, κακαρίσματα
γκμου, γκμου από μας, κι από το σκύλο απανωτά φταρνίσματα.
Ρούκης: Έεεελα! Τι τα λες; Τα γλυτώσαμε αυτά.
Δρόσισε για τα καλά η γιαγιά.
Σκόνη και φτερά έγιναν ένα με το χώμα το υγρό
κοίτα....!!!!... οι γούρες κράτησαν νερό!
Μπουμπού: Πάμε να κυλιστούμε Ρούκη; Τι λες;
Ρούκης: Περίμενε να φύγει η γιαγιά μη μας βάλει τις φωνές
ναααα... μαλακώσει και το χώμα, να γίνει λασπερό
Μπουμπού: Ναι Ρούκη μου, ναι! Μόνο μες το λασπόνερο θα δω καλό!
Δες, δύο χελώνες. Πάνε κατά 'κει.
Ρούκης: Πάνε να δροσιστούν κι αυτές Μπουμπού, να πιουν νερό.
Μπουμπού: Δεν θέλω άλλους μες τη γούρα. Θέλω να γιατρευτώ.
Ρούκης: Θα φύγουν γρήγορα. Άκουσέ με. Θα το δεις.
Φοβούνται τα μεγάλα ζώα της αυλής.
Ανεμώνα: Αααα ωραία Βερόνα! Θα δροσιστούμε!

{
Θα κυλιστούν, θα πιουν νερό} συγχρόνως θα παίζει μουσική χαλαρά..}γκμ..γκμ...γκμ..γκμ..γκμ..γκμ{ φανερώνεται η Μπουμπού}

Ανεμώνα: Βιάζεται η γουρούνα. Πάμε σιγά- σιγά;
Βερόνα: Πάμε. Τώρα μίλησες σωστά!
Σιγά- σιγά...
και πέρα απ' την αυλή πήγαν νερά
κοντά θα βρούμε για να την αράξουμε,
............................
χόρτα χλωρά.


ΤΕΛΟΣ