Ρίχνω τα ζάρια. Με τέσσερις εικονες που έδειξαν: παγωτό, καπέλο, ποδήλατο και ένα τροχόσπιτο φτιάχνω την ιστορία μου.
Στο κάμπινγκ
Είχα αγωνία, τι θα δω.
Όταν φτάσαμε επιτέλους στο κάμπινγκ, μου φάνηκε μεγαλύτερο από εκείνο που πήγαμε πέρσυ.
Ναι.Με πιο πολλά τροχόσπιτα και πολλές μεγάλες σκηνές.Δύο-τρεις είδα μικρές.
Ο μπαμπάς έβαλε το τροχόσπιτό μας στο μέρος που είχε κανονίσει με τον ιδιοκτήτη, πολύ καιρό πριν. Άκουγα και στο τηλέφωνο από τις φωτογραφίες που του έστελνε ο υπεύθυνος, για τους ελεύθερους χώρους, τις αποστάσεις από το εστιατόριο, από τις τουαλέτες, από τα πλυντήρια και τα ντους.
Όπως συνήθως, με το πρόγραμμά του ο μπαμπάς. Οργανωτικός. Όλα τα βρήκε όπως τα είχε συμφωνήσει.
Ετοιμαστήκαμε να πάμε για μπάνιο με τη Σοφία και τη μαμά. Ο μπαμπάς θα έμενε να ξεφορτώσει το αυτοκίνητο και να τακτοποιήσει τα πράγματα.
Η θάλασσα τέλεια. Παιδιά αρκετά."θα έχουμε παρέα" είπα στη Σοφία, για να έχει το νου της να βρει, να μη μου φορτώνεται συνέχεια. Να είμαστε λίγο πιο ελεύθεροι και εγώ και αυτή.
Αφού πλατσουρήσαμε αρκετά και ο ήλιος έκαιγε για τα καλά,
βγήκαμε χωρίς πολλά- πολλά από τη μαμά. Κάτω από το δέντρο που καθόταν, μόνο τα ονόματά μας φώναξε και μας έδειξε κουνώντας τα δύο παγωτά.
Και 'κει που απολαμβάναμε σε ωραία δικτυωτά καρεκλάκια το παγωτό μας, ακούστηκε φασαρία, τσακωμός πολύ κοντά.
" κύριε Παππά, εγώ απέναντι στους πελάτες μου έχω δεσμευτεί. Ο ποδηλατόδρομος έπρεπε να έχει φτιαχτεί", ακούσαμε να λέει κάποιος. Αμέσως μετά μίλησε άλλος. Μάλλον ο κύριος Παππάς.
" Σας είπα, η απεργία των εργατών μας έφερε πίσω. Μία ημέρα θέλει η ασφαλτόστρωση. Θα τελειώσει. Υπομονή τρεις μέρες. Την Παρασκευή πρωί- πρωί το συνεργείο θα είναι εδώ."
Κοιταχτήκαμε. Εγώ, η Σοφία, η μαμά..." Αααα κατάλαβα" είπα.
" Μόνο ποδήλατο θαλάσσης θα κάνουμε. Τα ποδήλατά μας θα περιμένουν πάνω στο τροχόσπιτο."
"Άντε πάμε, σηκωθείτε να προλάβουμε να μην τα κατεβάσει ο μπαμπάς", είπε η μαμά και φύγαμε.
Φτάσαμε στο τροχόσπιτό μας αλλά ο μπαμπάς δεν ήταν εκεί.
Για κάποια δουλειά θα ήταν πάλι.Για μπάνιο καταμεσήμερο, τον ξέρουμε, ποτέ δεν έχει πάει. Ευτυχώς τα ποδήλατα ήταν ακόμα δεμένα, δεν τα είχε κατεβάσει.
Η μαμά όπως ξεκίνησε για πετσέτες και ρούχα καθαρά, γύρισε με τη μία. "Ωωωχ , ξέχασα το καπέλο μου στο δέντρο, πάω πίσω παιδιά" μας είπε
"περιμένετε εδώ, επιστρέφω και πάμε για ντους σε πέντε λεπτά".
Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2025
Τα ζάρια της φαντασίας
Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2025
Ζάρια της φαντασίας: Ένα απόγευμα του Οκτώβρη
Ρίχνοντας ζαριές με τα ζάρια της φαντασίας φτιάχνουμε ιστορίες.
Με μία ζαριά ρίχνοντας 3 ζάρια, φανερώθηκαν τρεις εικόνες.
Ένα φλυτζάνι με αχνιστό ρόφημα, μία μπανάνα και ένα ζευγάρι γυαλιά.
Ένα απόγευμα του Οκτώβρη
Ήμουν πολύ προσεκτική.
Κρατούσα σταθερά το δίσκο
και είχα στα μάτια μου μπροστά μόνο τη διαδρομή. Αυτή, δε λέω, τη μικρή
από την κουζίνα μέχρι την πολυθρόνα που κάθονταν η γιαγιά.
" Καλώς το κοριτσάκι μου, ευχαριστώ", μου είπε.
Άφησα στο τραπεζάκι δίπλα της, το τσάι που άχνιζε μέσα στην φλυτζάνα της την αγαπημένη.
Σηκώθηκε η γιαγιά Ευθυμία, τράβηξε ως πέρα την κουρτίνα και μου είπε:
" Γιααα πλησίασε μικρή, πες μου βλέπεις εκεί; Πάνω εκεί, στο δέντρο το μεγάλο
στου κυρ- Παναγιώτη την αυλή."
"Βλέπω" της είπα
"Είναι οι φωλιές εκεί;" με ρώτησε
"Ποιες φωλιές; τι φωλιές γιαγιά;" της είπα
"Ααααχ Ελένη. Τούφες, κλαδάκια ξεραμένα και πλεγμένα. Είναι φωλιές από πουλιά.
Ξεχωρίζουν πάνω στα γυμνά κλαριά".
"Ναι, βλέπω κάτι. Καλαθάκια μοιάζουν. Τρία καλαθάκια είναι 'κει πάνω"
"Αχ! Ευτυχώς! Άντεξαν στο χτεσινό βοριά" είπε η γιαγιά μου.
"Το Σάββατο Ελένη μου. Τρεις μέρες μένουν. Το Σάββατο θα έχει ο οπτικός
έτοιμα τα γυαλιά μου. Θα δω και ΄γω τις φωλιές. Τα καλαθάκια ομορφιά μου"
Γύρισε στην πολυθρόνα η γιαγιά. Ήπιε μια γουλιά από το τσάι της
και ΄κει που έκανα να φύγω με σταμάτησε."Ελένη" μου λέει
"Θααα μου φέρεις και γλυκό; Ένα κομματάκι μόνο. Μικρό."
"Τι γλυκό;" τη ρωτάω
"Αυτό" μου λέει, "που έφτιαξε η μαμά σου, που είναι δίχως ζάχαρη
με μπανάνες μόνο για γλυκαντικό".
"Το φάγαμε όλο, τέλειωσε" της είπα
και έφυγα για σοκολατάκι μήπως βρω
εκεί που τα κρύβει η μαμά μου
έπρεπε με κάτι να γλυκάνω τη γιαγιά μου.
Και άλλη μια ιστορία με τις ίδιες εικόνες.
Στα σκαλιά του σχολείου εκεί που περιμένει η Άννα
την κυρία Σουλτάνα
θυμήθηκε πως ξέχασε να φάει τη μπανάνα.
Την έβγαλε από την τσάντα της και από την πρώτη μπουκιά
της φάνηκε πιο νόστιμη μπανάνα δεν έχει φάει άλλη φορά.
Τώρα την απολαμβάνει με την ησυχία της. Σιγά- σιγά.
Να 'την. Έφτασε και η κυρία Σουλτάνα.
" Σήκω Άννα" της λέει, " συγγνώμη, άργησα λίγο αλλά
κάπου χάθηκαν πάλι του παππού τα γυαλιά.
Έπρεπε να τα βρω, ξέρεις , δίχως αυτά
τίποτε δεν μπορεί να δει.
"Εντάξει" είπε η Άννα, "δεν περίμενα πολύ"
και έφυγαν για το σπίτι όπως κάθε μεσημέρι μαζί.
Έφτασαν. Μπαίνουν στο σπίτι και βρίσκουν τον παππού στον καναπέ.
Μπροστά του αχνίζει ένα φλυτζάνι μάλλον με καφέ.
Έτσι νόμισε η Άννα αλλά η Σουλτάνα, έπιασε τη μυρωδιά.
" Τι τσάι πίνεις κύριε Θωμά;" ρώτησε τον παππού
και ο παππούς της είπε: " τσάι από το χωριό μου, τσάι του βουνού".